Το κράτος-βρέφος έκλαψε,
που αγέννητα προέκυψε
Στου οξυγόνου τη μιλιά,
γαλάζιωσε, κοκκίνισε
Μπούνιασε τα χεράκια του
Ανέπνευσε ζωής χαρά
Κρίνος λευκός το έπλασε
και ο πελαργός το πέταξε
μέσα σε φάτνη λασπερή,
μπαρουτιασμένη, δύσοσμη
Εκεί μέσα ξεχνιότανε,
παίζοντας με τους κάλυκες
Ιδέες τερατογενείς
συνέθετε το φως που το μεγάλωνε
σαν στρογγυλά τροχήλατα
Μπουσούλαγαν και
Περισσότερα... »

